Monthly Archives: Μαρτίου 2015

ο ξανθός μπουρλοτιέρης

ξανθός

(γράφει η Κωνσταντίνα Καπνιά)

Αυτό το παρατσούκλι , είχε βγάλει ο δημοσιογράφος Νίκος Μαστοράκης , στην μαμά μου το 1972. Αναρωτιέστε γιατί; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή!
Η μαμά μου το 1972 , ήταν τεσσάρων, η μεγάλη αδερφή της , η Γιώτα, πέντε , η μικρή αδερφή της , η Βάσω, δύο χρονών, ο αδερφός της , ο Μιχάλης ενός, ενώ η μαμά της ήταν έγκυος. Μια μέρα, η Γιώτα ήταν στον παιδικό σταθμό, και το μεσημέρι έπρεπε να πάει η μαμά της να την πάρει. Έτσι, έφυγε και άφησε στο σπίτι , την μαμά μου, μαζί με την Βάσω και τον Μιχάλη. Βέβαια , είχε κλειδώσει και την πόρτα για να μην βγουν έξω ή μπει κανένας στο σπίτι:
– Ελευθερία , μην πειράξεις τίποτα, είπε η γιαγιά μου στην μαμά μου , γιατί αυτή ήταν το διαβολάκι του σπιτιού.
– Εντάξει , μαμά, απάντησε η μαμά μου.
Όλα ήταν μια χαρά, μέχρι την στιγμή, που έσβησε το καντήλι. Μόλις το είδε η μαμά μου, έψαξε να βρει  σπίρτα για να το ανάψει. Μόλις τα βρήκε, πήρε ένα στο χέρι της, το άναψε, αλλά  μόλις το άναψε , φοβήθηκε και ο πέταξε κάτω, στο πάτωμα. Όμως , το σπίρτο, πήρε μόνο του την πρωτοβουλία να πέσει λίγο ποιο δεξιά, στο κουτί με τα ραπτικά. Οι κλωστές πήραν αμέσως φωτιά , και σιγά – σιγά πήρε φωτιά σχεδόν όλο το σπίτι. Η μαμά μου, πήρε στην αγκαλιά της τα δύο μικρότερα αδέρφια της και τα ανέβασε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, πάνω από το οποίο υπήρχε ένα παράθυρο:
– Φωνάξτε! τους είπε η μαμά μου.
– Ααααααααααααααααα!!! φώναζε η Βάσω και ο Μιχάλης , καθώς ήταν πολύ μικρά και δεν μπορούσαν να μιλήσουν πολύ καλά και να πουν »βοήθεια».
– Αααααααααααααααα!!! Βοήθειααααα!!! φώναζε η μαμά μου, η οποία ήταν κάτω από το τραπέζι, γιατί δεν μπορούσε να ανέβει πάνω του,
Ευτυχώς, μετά από λίγο , ο χασάπης που ήταν στην γωνία του δρόμου, είδε κάπνα να βγαίνει από το σπίτι. Πλησίασε, και μόλις είδε ότι ήταν φωτιά πήρε τηλέφωνο την πυροσβεστική. Όμως, μέχρι να έρθει η πυροσβεστική , μπήκε στην πολυκατοικία και φώναζε πως υπάρχει φωτιά σε ένα διαμέρισμα. Ξεσήκωσε όλους τους κατοίκους της πολυκατοικίας και αυτοί έλεγαν πως υπάρχουν παιδιά εκεί μέσα. Προσπαθούσαν να σπάσουν την πόρτα του σπιτιού, προκειμένου να βγάλουν τα παιδιά.
Τελικά, μετά από λίγο, κατάφεραν να σπάσουν την πόρτα και να βγάλουν έξω τα παιδιά. Μόλις τα έβγαλαν  από το σπίτι, έφτασε η πυροσβεστική και τα ασθενοφόρα. Όλα έγιναν κάρβουνο. Η γιαγιά μου, μόλις ήρθε από τον παιδικό σταθμό μαζί με την Γιώτα, είδε κόσμο έξω από την πολυκατοικία. Έτρεχε, μαζί με την Γιώτα και μόλις είδε την μαμά μου, την Βάσω και την Μιχάλη λιποθύμησε. Ευτυχώς, που την έπιασε ένας γείτονας.
Η μαμά μου, η  Βάσω και ο Μιχάλης πήγαν στο νοσοκομείο. Είχαν αναπνευστικά προβλήματα. Η Βάσω και ο Μιχάλης έκατσαν στο νοσοκομείο έναν μήνα , ενώ η μαμά μου έκατσε
τρεις μήνες.
Η μαμά μου συνέχισε να είναι το διαβολάκι του σπιτιού μέχρι τα δώδεκα.

Advertisements

Η δασκάλα μου, η κ. Ιωάννα, μια αξέχαστη δασκάλα!

δασκάλα γιαννη

Γράφει ο Γιάννης Γκόγκουλης

Κυρία Ιωάννα, μια γυναίκα που θα θυμάμαι για πάντα. Κυρία Ιωάννα μια γυναίκα δυναμική. Κυρία Ιωάννα μια γυναίκα που το μέτωπο της έγραφε, ότι και να γίνει όσο χάλια και να είναι, αυτή θα έρθει να μας διδάξει μάθημα. Αυτή ήταν η γυναίκα που αγάπησα, που αγαπήσαμε όλοι στην 5η δημοτικού. Μια δασκάλα τόσο έξυπνη, αστεία, τολμηρή, αποφασιστική, θα έδινε τα πάντα μέχρι τέλους.
Μια γυναίκα με καστανά μαλλιά και μάτια που αν τα δεις θα πεις ότι δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε γυναίκα, αλλά για μια γυναίκα που αν πάρει κάτι απόφαση το κάνει. Ακόμα και χρειαστεί να φέρει τα πάνω κάτω. Μια ψηλή γυναίκα που η ηλικία δεν έχει σημασία, μεγάλωσε δύο εξίσου καλά παιδιά, για να βγάλει διαμάντια στην κοινωνία και όχι σκουπίδια.
Η κυρία Ιωάννα, ήταν η γέφυρα που μας ένωσε με την 6η δημοτικού. Μας βοήθησε να καταλάβουμε καλύτερα κάποια πράγματα. Όταν δίδασκε… δεν περιγράφεται. Θα μπορούσε να μας ξαναβάλει και να μας ξαναβάλει διαγώνισμα, ξανά και ξανά. Μέχρι να καταλάβουμε, γιατί γράφεται έτσι και όχι αλλιώς, γιατί μια έκθεση πρέπει να είναι καλομελετημένη με σημεία στίξης και παραγράφους. Γιατί πρέπει να δίνουμε γραπτά αλλά όχι προφορικά την εξέταση της ημέρας. Όλα αυτά μας τα έμαθε η κυρία Ιωάννα.
Δεν υπάρχουν λόγια το πώς νιώθω που έφυγε από το σχολείο, από ένα σχολείο που ήταν έτοιμο να γκρεμιστεί, αλλά δεν γκρεμίστηκε, επειδή η κυρία Ιωάννα μπήκε και έσωσε την κατάσταση. Εμφανίστηκε σαν μια κυρία που σαν πρώτη εντύπωση δεν σε εκπλήττει. Το έχω πει δημόσια κιόλας.
–       Κυρία Ιωάννα εγώ δεν σας συμπάθησα το πρώτο τρίμηνο.
Και όποτε το θυμάμαι αυτό, στενοχωριέμαι πως δεν συμπάθησα έναν άνθρωπο διαμάντι. Πιστεύω όμως ότι ούτε εγώ σας είχα κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, διότι είχα κάνει ένα χειρουργείο και δεν είχε εικόνα για εμένα.
Κυρία Ιωάννα αυτό που έχω ζήσει με εσάς δεν γράφεται σε μια κόλλα χαρτί, είμαι σίγουρος πάντως πως αυτή την χρονιά θα την θυμάμαι μέχρι και το τελευταίο δεύτερο πριν κλείσω τα μάτια μου. Σας αγαπώ πιο πολύ από κάθε άνθρωπο που ξέρω.
Ο μαθητής σας Γιάννης Γκόγκουλης!

ο ενοχλητικός αυτόματος πωλητής

αυτόματος

 

 

 

 

γράφει ο  Γιάννης Γκόγκουλης Στ1

– Αγάπη μου, φεύγω τα λέμε μετά!
– Καλή μέρα στην δουλειά!
κάπως έτσι ξεκίνησε η μέρα του κύριου Δημήτρη Αργυρόπουλου. Όταν έφτασε στην δουλειά του έκατσε στην καφετέρια όπως κάθε άλλλο πρωί, να πιεί τον καφέ του να ανοίξει το μάτι του. Μόλις τελείωσε, πήγε στο γραφείο του να δουλέψει. Έξω από το γραφείο του όμως τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξει, είχαν τοποθετήσει έναν αυτόματο πωλητή.
τι τύχη μονολόγησε, δεν θα χρειάζεται να πηγαίνω στην καφετέρια για καφέ. Θα τον παίρνω γρήγορα και οικονομικά από εδώ

Αυτό το μηχάνημα όμως αποδείχτηκε πολύ άσχημη ιδέα από την πρώτη κιόλας μέρα. Υπήρχε μια μόνιμη ωχλαγογία, όλη την ώρα κάποιος ερχότανε να πάρει το ρόφημα, άλλοτε όμως ερχόντουσαν πιο πολλοί από ένας, με αποτέλεσμα το κεφάλι το κύριου Δημήτρη να γίνεται καζάνι. Δεν γινόταν άλλο θα μιλούσε στο αφεντικό.
– Κύριε Γιώργο δεν αντέχω άλλο, η εγκατάσταση αυτού του αυτόματου πωλητή έξω από το γραφείο μου με ενοχλεί πολλή. Απαιτώ την μεταφορά του μηχανήματος σε άλλο χώρο.
– Θα το σκεφτώ και θα σας απαντήσω αύριο.
Έτσι τελείωσε μια μέρα ενόχλησης. Και όταν γ’υρισε σπίτι τον καλησπερίζει η γυναίκα του.
– Γεια σου Δημήτρη πως τα πέρασες στην δουλειά;
Πως να τα περάσω ρε Μαρία; Έφεραν έξω από το γραφείο μου έναν αυτόματο πωλητή, και όλη μέρα ερχόντουσαν να πάρουν κα΄φε και με έφαγε η φασαρία !
– Καλά δεν πειράζει, έλα κάτσε να φάμε έχω φτιάξει μουσακά !
– Αυτή είναι η γυναίκα που αγαπώ, θα φάμε καλά απόψε.
Αφού φάγανε πέσανε για ύπνο, μέχρι το επόμενο πρωι χωνεύανε τον μουσακά.
Και όταν το επόμενο πρωι ήρθε το αφεντικό να του πει τι θα γίνει με το μηχάνημα…
– Αποφάσισα ότι κάτι θα μεταφέρω…
– Το μηχάνημα φαντάζομαι!
Απαντά με ένα περίεργο βλέμμα ο κύριος  Δημήτρης.
– Όχι, εσένα, θα σε μεταβιβάσω στην Βιέννη, καλή τύχη!
Με αυτά τα νέα γύρισε σπίτι και αφού πήγαν στη Βιέννη έξω από το γραφείο του, τον περίμενε άλλο ένα μηχάνημα. Φαίνεται ότι δεν θα βρει την ησυχία του!!!